άγομαι


άγομαι
άγομαι, (να αχθώ) βλ. πίν. 136
——————
Σημειώσεις:
άγω, άγομαι : κυρίως σε στερεότυπες εκφρ., όπως άγεται και φέρεται.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄγομαι — ἄγω lead pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγω — άγομαι (συνήθως σύνθετο: εξάγω, εισάγω, παράγω, προάγω κτλ.), φέρνω, οδηγώ: Αυτός άγεται και φέρεται από τη μητέρα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Средний залог — (грамм. лат. genus medium, греч. μεσότης). Полнее всего сохранился в языке санскритском и греческом. Форма его отличается особыми окончаниями (например, ед. ч. 1 л. санскр. e, греч. μαι). Синтаксически, по определению Дельбрюка, С. залог выражает …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • άγη — ἄγη, η (Α) [ἄγομαι] 1. με τη σημασία «θαυμασμός», «έκπληξη», μόνο στον Όμηρο, στη φρ. «ἄγη μ’ ἔχει» 2. φθόνος, ζήλεια, κακία …   Dictionary of Greek

  • άγω — (Α ἄγω) 1. οδηγώ, φέρνω, κατευθύνω, διευθύνω στα αρχ. χρησιμοποιείται συνήθως για έμψυχα σε αντιδιαστολή προς το φέρω που χρησιμοποιείται για άψυχα με την ίδια σημασία και χρήση απαντά ήδη στη Μυκηναϊκή (απρμφ. a ke) 2. μεταβαίνω σε κάποιο τόπο,… …   Dictionary of Greek

  • επικραδαίνω — ἐπικραδαίνω (Α) 1. κραδαίνω πάνω σε κάτι, επισείω 2. κινώ βίαια, σείω πάνω από κάτι 3. παθ. ἐπικραδαίνομαι άγομαι, φέρομαι, κινούμαι από κάποιον («πρὸς ἀμφοτέρας τὰς ἐκβάσεις ταῑς ἐλπίσιν ἐπικραδαίνεσθαι», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί +… …   Dictionary of Greek

  • οχλοκρατούμαι — έομαι κυβερνώμαι από τον όχλο, άγομαι και φέρομαι από τον όχλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < όχλος + κρατώ / κρατούμαι] …   Dictionary of Greek

  • προγενής — ές, Α 1. ο γεννημένος πρωτύτερα 2. (κατ επέκτ.) παλαιός, αρχαίος, πανάρχαιος («ὦ γῆς Θήβης ἄστυ πατρῷον καὶ θεοὶ προγενεῑς, ἄγομαι δὴ κοὐκέτι μέλλων», Σοφ.) 3. προηγούμενος 4. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ προγενεῑς οι παλαιότεροι άνθρωποι, αυτοί… …   Dictionary of Greek

  • προσανάγω — Α [ἀνάγω] 1. ανυψώνω κάτι προς κάτι άλλο 2. (αμτβ.) προσεγγίζω, πλησιάζω 3. παθ. προσανάγομαι άγομαι, οδηγούμαι προς τα επάνω 4. φρ. «προσανάγειν τῇ γῇ» προσορμίζομαι εκ νέου …   Dictionary of Greek

  • συνεξυπάγομαι — Μ οδηγώ κάποιον μαζί μου προς τα έξω («συνεξυπήγετο καὶ τὴν βασιλίδα», Άνν. Κομν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐξ + ὑπό + ἄγομαι] …   Dictionary of Greek